top of page

Το Βιβλίο


Στο βιβλίο αυτό, η βιογραφία της Λούνας ανοίγει ένα μονοπάτι για να ξανασκεφτούμε τους Εβραίους της Θεσσαλονίκης στην πόλη τους, τη Shoah, τη φτώχεια και τα ανάποδα μεταπολεμικά χρόνια. Επειδή ήταν φτωχή, αγράμματη και γυναίκα, τα ίχνη της εύκολα χάνονται ανάμεσα στους αφανείς της ιστορίας. Αρχειακά τεκμήρια, καταγεγραμμένες μαρτυρίες, φωτογραφίες και προσωπικές αναμνήσεις συναρμόζονται ως ισότιμες «πηγές» που καλούν σε ίση κριτική διάθεση. Εισβάλλουμε στον κόσμο και στη σιωπή των αφανών με λέξεις που δεν είναι δικές τους, γιατί τα λόγια τους δεν ακούστηκαν, πάρα πολλές φορές αγνοήθηκαν ή λησμονήθηκαν. Ακολουθούμε τα ίχνη ενός βίου που δέθηκε με τις περιπέτειες του 20ού αιώνα, διατρέχοντας τους τόπους από όπου πέρασε η Λούνα, εκείνους που κατοίκησε. Τα ίχνη της αναζητούνται σε κτίρια, οικοδομές, τοπία της πόλης. Οι ιστορίες που λέγονται είναι ιστορίες που δέθηκαν με αυτούς τους τόπους, με την κατοίκησή τους από τη Λούνα και από τους δικούς της.

Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου,
εκδόσεις Πόλις, Αθήνα 2017



Αντιφώνηση της συγγραφέα, Ρίκας Μπενβενίστε, για το βραβείο Νίκου Θέμελη
του Περιοδικού Αναγνώστης, 12/06/2018

«Είναι, νομίζω, εύλογο το ερώτημα που μου τέθηκε αρκετές φορές «Γιατί ένα βιβλίο σαν τη Λούνα, σήμερα;». Πιστεύω πως η απάντηση έχει να κάνει με το γεγονός ότι η γενιά των ανθρώπων που επέζησαν από τις εκτοπίσεις και από τα ναζιστικά στρατόπεδα σιγά-σιγά φεύγει από τη ζωή. Ενώ γνωρίζουμε, πλέον, την ιστορία της εφαρμογής του ναζιστικού σχεδίου για την εξόντωση των Εβραίων της Ευρώπης, διαθέτουμε δηλαδή και τα τεκμήρια και τις ερμηνείες, συνειδητοποιούμε ότι μπορεί να μας διαφεύγουν τα βάσανα ανθρώπων που έζησαν κοντά μας, που στα ανάποδα μεταπολεμικά χρόνια δεν έπαψαν να τυραννιούνται, και οι οποίοι δεν άφησαν μαρτυρίες με τη δική τους φωνή. Ένα βιβλίο σαν τη «Λούνα» προσπαθεί, εκ των υστέρων πάντα, να τους πλησιάσει και να δείξει ότι, μολονότι  «αφανείς», αποτέλεσαν ξεχωριστό αλλά αναπόσπαστο κομμάτι του κόσμου μας  και πως αν δεν σταθούμε στην εμπειρία τους, αν δεν επιχειρήσουμε να την αφηγηθούμε, δηλαδή να την κατανοήσουμε, πάντοτε θα μας διαφεύγει ένα σημαντικό κομμάτι της ιστορίας του πρόσφατου παρελθόντος.

Θέλησα, λοιπόν, να εξιστορήσω τον βίο  της γνωστής μου και άγνωστής μου Λούνας, βίο που εκτυλίχθηκε μέσα στην οικογένειά της, μέσα στην εβραϊκή κοινότητα, μέσα στην πόλη της, στη γειτονιά της,  στο στρατόπεδο,  στα λιγοστά της ταξίδια, στα χρόνια πριν από τον πόλεμο, κατά τη διάρκεια του πολέμου και μετά από αυτόν. Κανένας άνθρωπος δεν είναι μοναχικός κομήτης και η ιστορία της Λούνας, δεν μπορούσε παρά να μιλά και για τις ιστορίες άλλων γυναικών, άλλων ανδρών, που έζησαν κοντά της. Θέλησα με άλλα λόγια, να συνθέσω μια ιστορική αφήγηση, τίποτα περισσότερο, αλλά και τίποτα λιγότερο από αυτό. Κάθε αφήγηση, κατά συνέπεια και η ιστορική αφήγηση, χρειάζεται μια πλοκή ∙ αποφάσισα, λοιπόν, σχεδόν αμέσως, ότι οι τόποι κατοίκησης θα μου έδιναν την πλοκή που θα αναδείκνυε τους όποιους καρπούς της έρευνας. Προφανώς, δεν αγνοούσα ότι όσα μου διέφευγαν ήταν πολλά. Έτσι όμως κάνουμε ιστορία: με γεγονότα αδιάσειστα, αλλά και με συσχετισμούς, με επαγωγές, με απουσίες. Χαράσσοντας τις γραμμές εκείνες που συνδέουν τη Λούνα με άλλους βίους και άλλους λόγους.

Συχνά με διακατείχε το αίσθημα ότι  βαδίζω σε ολισθηρό έδαφος, ότι έπρεπε, δηλαδή, να γράφω προσεκτικά, όχι τόσο γιατί αμφέβαλα για την τεκμηρίωση της αφήγησής μου, για τις επιμέρους συνδέσεις και ερμηνείες, για την τοποθέτηση των όποιων ευρημάτων σε ένα πλαίσιο ή στην ιστοριογραφική συζήτηση (δηλαδή, όχι τόσο για τους λόγους που συνιστούν τις σταθερές έγνοιες και αγωνίες των ιστορικών) όσο επειδή η ιστορία που αφηγούμουν, ιστορία βασάνων και μοναξιάς, κάποτε φρικιαστική, είναι πολύ λυπητερή, πολύ πονεμένη.  Από μια άποψη,  το εγχείρημα της συγγραφής ήταν εξαρχής –εν μέρει τουλάχιστον- καταδικασμένο: Κανείς δεν θα ξέρει ποτέ πώς ένιωθε η Λούνα, μια αφανής επιζήσασα. Δεν παραδόθηκα σε τούτη την αυτόδηλη διαπίστωση. Οι νεκροί ζουν μονάχα με τη ζωή που τους αποδίδουν οι ζωντανοί. Όταν η ιστορική αφήγηση δεν προϋποθέτει μια δήθεν γνωστή ιστορία, όταν προσπαθεί να δώσει συνοχή και ολότητα στα αποσπάσματα και στα απομεινάρια της ζωής, τότε μπορεί να αποκτήσει στοχαστική λειτουργία. Αλλά ακόμη κι αν αυτό δεν συμβεί, τότε ας είναι –έτσι κι αλλιώς- kaddish για τη Λούνα.»



Από συνέντευξη της συγγραφέα στον Κώστα Στοφόρο
Λούνα: μια συγκλονιστική μαρτυρία για τους Εβραίους της Θεσσαλονίκης
edromos.gr, 04/01/2018.


Πιστεύετε ότι οι σημερινοί Έλληνες αντιλαμβάνονται στο βάθος του τι σήμαινε το Ολοκαύτωμα;

Δύσκολη ερώτηση, ίσως επειδή δεν ξέρουμε, ή εγώ δεν ξέρω, πώς μετριέται το βάθος της αντίληψης. Με μνημονικές τελετές που πολλαπλασιάζονται; Με εκπαιδευτικά προγράμματα; Με την τέχνη που αντλεί από το Ολοκαύτωμα; Με την αντίσταση στο νεοναζισμό και στον αντισημιτισμό γενικότερα; Ίσως με όλα αυτά, χωρίς όμως τίποτα από αυτά να εγγυάται τη βαθιά κατανόηση. Θέλω να πω, ότι παραμένω κάπως επιφυλακτική στις εκδηλώσεις του συρμού ή στην επιφανειακή ευπρέπεια, ότι παρακολουθώ ανήσυχη λεπτομέρειες στα λόγια που «ξεφεύγουν» κι ακόμη χειρότερα πολιτικές στάσεις που «εκτρέπονται», ξύνοντας το εβραϊκό τραύμα, την ευρωπαϊκή πληγή, την ελληνική πληγή που δεν λέει να κλείσει.(…)

Διαλέξατε να μη βάλετε φωτογραφίες της Λούνας στο βιβλίο σας. Γιατί αυτό;

Ήταν μια επιλογή που έγινε καθοδόν. Προβληματίστηκα γύρω από μια εικόνα του όμορφου νεανικού προσώπου της προπολεμικά, του πρησμένου από το οίδημα, σημαδεμένου από τα ναζιστικά εγκλήματα προσώπου της, το προσώπου που ξαναβρίσκει(;) τη φυσικότητά του και γερνάει. Προτίμησα να κρατήσω το πρόσωπό της, τα πρόσωπά της, μακριά από αδιάκριτα βλέμματα, μακριά από τον κίνδυνο να συνοψίζεται για κάποιους ο βίος σε μια τραυματισμένη όψη. Ήταν μια επιλογή, δεν ισχυρίζομαι ότι είναι η μοναδική ορθή αλλά ούτε μετανιώνω γι’ αυτήν.
53 views

Recent Posts

See All

Comments


bottom of page